Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Enough

/ɪnəf/

noun

1. An adequate quantity

  • A quantity that is large enough to achieve a purpose
  • "Enough is as good as a feast"
  • "There is more than a sufficiency of lawyers in this country"
    synonym:
  • enough
  • ,
  • sufficiency

1. Επαρκής ποσότητα

  • Μια ποσότητα που είναι αρκετά μεγάλη για να επιτύχει ένα σκοπό
  • "Αρκετά είναι τόσο καλό όσο μια γιορτή"
  • "Υπάρχει κάτι περισσότερο από επάρκεια δικηγόρων σε αυτή τη χώρα"
συνώνυμο:
  • αρκετά,
  • επάρκεια

adjective

1. Sufficient for the purpose

  • "An adequate income"
  • "The food was adequate"
  • "A decent wage"
  • "Enough food"
  • "Food enough"
    synonym:
  • adequate
  • ,
  • decent
  • ,
  • enough

1. Επαρκής για το σκοπό

  • "Επαρκές εισόδημα"
  • "Το φαγητό ήταν επαρκές"
  • "Αξιοπρεπής μισθός"
  • "Αρκετό φαγητό"
  • "Αρκετά τρόφιμα"
συνώνυμο:
  • επαρκής,
  • αξιοπρεπής,
  • αρκετά

adverb

1. As much as necessary

  • "Have i eaten enough?"
  • (`plenty' is nonstandard) "i've had plenty, thanks"
    synonym:
  • enough
  • ,
  • plenty

1. Όσο χρειάζεται

  • "Έχω φάει αρκετά?"
  • (`πλούτι είναι μη τυποποιημένη) "είχα πολλά, ευχαριστώ"
συνώνυμο:
  • αρκετά,
  • πολλά

Examples of using

Is the top rung strong enough?
Είναι το κορυφαίο σκαλοπάτι αρκετά ισχυρό?
They earn enough money in one week to buy a house.
Κερδίζουν αρκετά χρήματα σε μια εβδομάδα για να αγοράσουν ένα σπίτι.
Just being in Tom's company is enough to ruin Mary's reputation.
Το να είσαι στην εταιρεία του Τομ είναι αρκετό για να καταστρέψει τη φήμη της Μαίρης.