Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Enjoy

/ɛnʤɔɪ/

verb

1. Derive or receive pleasure from

  • Get enjoyment from
  • Take pleasure in
  • "She relished her fame and basked in her glory"
    synonym:
  • enjoy
  • ,
  • bask
  • ,
  • relish
  • ,
  • savor
  • ,
  • savour

1. Αντλήστε ή λάβετε ευχαρίστηση από

  • Πάρτε την απόλαυση από
  • Ευχαριστώ
  • "Απολάμβανε τη φήμη της και βασίστηκε στη δόξα της"
συνώνυμο:
  • απολαμβάνω,
  • μπασκ,
  • απολαμβάνω,
  • γεύση,
  • απολαμβάνω

2. Have benefit from

  • "Enjoy privileges"
    synonym:
  • enjoy

2. Επωφεληθείτε από

  • "Απολαύστε τα προνόμια"
συνώνυμο:
  • απολαμβάνω

3. Get pleasure from

  • "I love cooking"
    synonym:
  • love
  • ,
  • enjoy

3. Απολαμβάνω την ευχαρίστηση από

  • "Μου αρέσει να μαγειρεύω"
συνώνυμο:
  • αγάπη,
  • απολαμβάνω

4. Have for one's benefit

  • "The industry enjoyed a boom"
    synonym:
  • enjoy

4. Έχετε προς όφελος κάποιου

  • "Η βιομηχανία απολάμβανε μια έκρηξη"
συνώνυμο:
  • απολαμβάνω

5. Take delight in

  • "He delights in his granddaughter"
    synonym:
  • delight
  • ,
  • enjoy
  • ,
  • revel

5. Ευχαριστώ

  • "Απολαμβάνει την εγγονή του"
συνώνυμο:
  • απόλαυση,
  • απολαμβάνω,
  • απολαμβάνω

Examples of using

I hope you enjoy reading this book as much as I enjoyed writing it.
Ελπίζω να σας αρέσει να διαβάζετε αυτό το βιβλίο όσο μου άρεσε να το γράφω.
We enjoy the quiet of the country.
Απολαμβάνουμε την ησυχία της χώρας.
Did you enjoy the performance?
Σας άρεσε η παράσταση?