Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Enhance

/ɛnhæns/

verb

1. Increase

  • "This will enhance your enjoyment"
  • "Heighten the tension"
    synonym:
  • enhance
  • ,
  • heighten
  • ,
  • raise

1. Αυξάνω

  • "Αυτό θα ενισχύσει την απόλαυση σας"
  • "Ακουστεί η ένταση"
συνώνυμο:
  • ενισχύω,
  • ανυψώνω,
  • αυξάνω

2. Make better or more attractive

  • "This sauce will enhance the flavor of the meat"
    synonym:
  • enhance

2. Κάντε καλύτερα ή πιο ελκυστικά

  • "Αυτή η σάλτσα θα ενισχύσει τη γεύση του κρέατος"
συνώνυμο:
  • ενισχύω