Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Endorsement

/ɛndɔrsmənt/

noun

1. A promotional statement (as found on the dust jackets of books)

  • "The author got all his friends to write blurbs for his book"
    synonym:
  • endorsement
  • ,
  • indorsement
  • ,
  • blurb

1. Μια προωθητική δήλωση (ας βρέθηκε στα σακάκια σκόνης του βιβλιο)

  • "Ο συγγραφέας πήρε όλους τους φίλους του για να γράψει θόλους για το βιβλίο του"
συνώνυμο:
  • επικύρωση,
  • αποδοκιμασία,
  • πυροβολώ

2. A speech seconding a motion

  • "Do i hear a second?"
    synonym:
  • second
  • ,
  • secondment
  • ,
  • endorsement
  • ,
  • indorsement

2. Μια ομιλία που αποσπά μια κίνηση

  • "Ακούω δεύτερο λεπτό?"
συνώνυμο:
  • δεύτερος,
  • απόσπαση,
  • επικύρωση,
  • αποδοκιμασία

3. Formal and explicit approval

  • "A democrat usually gets the union's endorsement"
    synonym:
  • sanction
  • ,
  • countenance
  • ,
  • endorsement
  • ,
  • indorsement
  • ,
  • warrant
  • ,
  • imprimatur

3. Επίσημη και ρητή έγκριση

  • "Ένας δημοκρατικός λαμβάνει συνήθως την έγκριση της ένωσης"
συνώνυμο:
  • καταδίκη,
  • όψη,
  • επικύρωση,
  • αποδοκιμασία,
  • ένταλμα,
  • επιπλήττων

4. A signature that validates something

  • "The cashier would not cash the check without an endorsement"
    synonym:
  • endorsement
  • ,
  • indorsement

4. Μια υπογραφή που επικυρώνει κάτι

  • "Ο ταμίας δεν θα εξαργυρώσει την επιταγή χωρίς επικύρωση"
συνώνυμο:
  • επικύρωση,
  • αποδοκιμασία

5. The act of endorsing

  • "A star athlete can make a lot of money from endorsements"
    synonym:
  • endorsement
  • ,
  • indorsement

5. Η πράξη της υποστήριξης

  • "Ένας αθλητής αστεριών μπορεί να βγάλει πολλά χρήματα από τις εγκρίσεις"
συνώνυμο:
  • επικύρωση,
  • αποδοκιμασία