Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Enclose

/ɪnkloʊz/

verb

1. Enclose or enfold completely with or as if with a covering

  • "Fog enveloped the house"
    synonym:
  • envelop
  • ,
  • enfold
  • ,
  • enwrap
  • ,
  • wrap
  • ,
  • enclose

1. Περικλείστε ή αναδιπλώστε εντελώς με ή σαν με ένα κάλυμμα

  • "Η ομίχλη τύλιξε το σπίτι"
συνώνυμο:
  • φάκελοσ,
  • εναποθέτω,
  • εντυπώνω,
  • τυλίγω,
  • περικλείω

2. Close in

  • Darkness enclosed him"
    synonym:
  • enclose
  • ,
  • hold in
  • ,
  • confine

2. Κλείνω

  • Το σκοτάδι τον περικλείει"
συνώνυμο:
  • περικλείω,
  • κρατώ,
  • περιορίζω

3. Surround completely

  • "Darkness enclosed him"
  • "They closed in the porch with a fence"
    synonym:
  • enclose
  • ,
  • close in
  • ,
  • inclose
  • ,
  • shut in

3. Περιβάλλω εντελώς

  • "Η σκοτεινότητα τον περικλείει"
  • "Κλείνουν στη βεράντα με ένα φράχτη"
συνώνυμο:
  • περικλείω,
  • κλείνω,
  • συμπεριλαμβάνω,
  • κλείνω

4. Introduce

  • "Insert your ticket here"
    synonym:
  • insert
  • ,
  • enclose
  • ,
  • inclose
  • ,
  • stick in
  • ,
  • put in
  • ,
  • introduce

4. Εισάγω

  • "Εισάγετε το εισιτήριο σας εδώ"
συνώνυμο:
  • εισάγω,
  • περικλείω,
  • συμπεριλαμβάνω,
  • είμαι εντυπωσιακός,
  • βάζω μέσα,
  • εισάγω