Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Emotional

/ɪmoʊʃənəl/

adjective

1. Determined or actuated by emotion rather than reason

  • "It was an emotional judgment"
    synonym:
  • emotional

1. Προσδιορίζεται ή ενεργείται από το συναίσθημα και όχι από τη λογική

  • "Ήταν μια συναισθηματική κρίση"
συνώνυμο:
  • συναισθηματικός

2. Of more than usual emotion

  • "His behavior was highly emotional"
    synonym:
  • emotional

2. Περισσότερο από το συνηθισμένο συναίσθημα

  • "Η συμπεριφορά του ήταν πολύ συναισθηματική"
συνώνυμο:
  • συναισθηματικός

3. Of or pertaining to emotion

  • "Emotional health"
  • "An emotional crisis"
    synonym:
  • emotional

3. Από ή σχετικά με το συναίσθημα

  • "Συναισθηματική υγεία"
  • "Συναισθηματική κρίση"
συνώνυμο:
  • συναισθηματικός

4. (of persons) excessively affected by emotion

  • "He would become emotional over nothing at all"
  • "She was worked up about all the noise"
    synonym:
  • aroused
  • ,
  • emotional
  • ,
  • excited
  • ,
  • worked up

4. ( των ατόμων) επηρεάζεται υπερβολικά από το συναίσθημα

  • "Θα γινόταν συναισθηματικός πάνω σε τίποτα"
  • "Είχε δουλέψει για όλο το θόρυβο"
συνώνυμο:
  • προκαλεί,
  • συναισθηματικός,
  • ενθουσιασμένος,
  • εργάστηκε

Examples of using

Tom became emotional.
Ο Τομ έγινε συναισθηματικός.
I agree on an emotional level, but on the pragmatic level I disagree.
Συμφωνώ σε ένα συναισθηματικό επίπεδο, αλλά στο ρεαλιστικό επίπεδο διαφωνώ.
You are backing yourself into a bad emotional corner.
Υποστηρίζετε τον εαυτό σας σε μια κακή συναισθηματική γωνιά.