Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Emmet

/ɛmɪt/

noun

1. Social insect living in organized colonies

  • Characteristically the males and fertile queen have wings during breeding season
  • Wingless sterile females are the workers
    synonym:
  • ant
  • ,
  • emmet
  • ,
  • pismire

1. Κοινωνικό έντομο που ζει σε οργανωμένες αποικίες

  • Χαρακτηριστικά τα αρσενικά και η γόνιμη βασίλισσα έχουν φτερά κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής
  • Τα αφτερά αποστειρωμένα θηλυκά είναι οι εργάτες
συνώνυμο:
  • μυρμήγκι,
  • εμμετρία,
  • πίσμαρ