Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Emancipation

/ɪmænsəpeʃən/

noun

1. Freeing someone from the control of another

  • Especially a parent's relinquishing authority and control over a minor child
    synonym:
  • emancipation

1. Απελευθέρωση από τον έλεγχο του άλλου

  • Ειδικά η εγκατάλειψη της αρχής ενός γονέα και ο έλεγχος ενός ανήλικου παιδιού
συνώνυμο:
  • χειραφέτηση