Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Elimination

/ɪlɪməneʃən/

noun

1. The act of removing or getting rid of something

    synonym:
  • elimination
  • ,
  • riddance

1. Η πράξη της αφαίρεσης ή της απαλλαγής από κάτι

συνώνυμο:
  • αποβολή,
  • απαλλαγή

2. The bodily process of discharging waste matter

    synonym:
  • elimination
  • ,
  • evacuation
  • ,
  • excretion
  • ,
  • excreting
  • ,
  • voiding

2. Η σωματική διαδικασία απόρριψης αποβλήτων

συνώνυμο:
  • αποβολή,
  • εκκένωση,
  • απέκκριση,
  • αποβολή,
  • ακύρωση

3. Analysis of a problem into alternative possibilities followed by the systematic rejection of unacceptable alternatives

    synonym:
  • elimination
  • ,
  • reasoning by elimination

3. Ανάλυση ενός προβλήματος σε εναλλακτικές δυνατότητες που ακολουθούνται από τη συστηματική απόρριψη απαράδεκτων εναλλακτικών

συνώνυμο:
  • αποβολή,
  • συλλογιστική με εξάλειψη

4. The act of removing an unknown mathematical quantity by combining equations

    synonym:
  • elimination

4. Η πράξη της αφαίρεσης μιας άγνωστης μαθηματικής ποσότητας συνδυάζοντας εξισώσεις

συνώνυμο:
  • αποβολή

5. The murder of a competitor

    synonym:
  • elimination
  • ,
  • liquidation

5. Η δολοφονία ενός ανταγωνιστή

συνώνυμο:
  • αποβολή,
  • εκκαθάριση