Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Eligible

/ɛləʤəbəl/

adjective

1. Qualified for or allowed or worthy of being chosen

  • "Eligible to run for office"
  • "Eligible for retirement benefits"
  • "An eligible bachelor"
    synonym:
  • eligible

1. Προσόντα ή επιτρέπονται ή αξίζουν να επιλεγούν

  • "Επιλέξιμος να τρέξει για το γραφείο"
  • "Επιλέξιμες για παροχές συνταξιοδότησης"
  • "Επιλέξιμο πτυχίο"
συνώνυμο:
  • επιλέξιμος

Examples of using

Only college graduates are eligible for this job.
Μόνο οι απόφοιτοι του κολλεγίου είναι επιλέξιμοι για αυτή τη δουλειά.