Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Elemental

/ɛləmɛntəl/

adjective

1. Relating to or being an element

  • "Elemental sulphur"
    synonym:
  • elemental

1. Σχετικά με ή είναι ένα στοιχείο

  • "Στοιχειώδες θείο"
συνώνυμο:
  • στοιχειακός

2. Relating to severe atmospheric conditions

  • "A race against hail or cold rains or some other elemental catastrophe"- j.k.howard
    synonym:
  • elemental

2. Σχετικά με τις σοβαρές ατμοσφαιρικές συνθήκες

  • "Μια φυλή ενάντια στο χαλάζι ή τις κρύες βροχές ή κάποια άλλη στοιχειακή καταστροφή" - τζ.κ.χόουαρντ
συνώνυμο:
  • στοιχειακός

3. Of or being the essential or basic part

  • "An elementary need for love and nurturing"
    synonym:
  • elementary
  • ,
  • elemental
  • ,
  • primary

3. Από ή είναι το ουσιαστικό ή βασικό μέρος

  • "Μια στοιχειώδης ανάγκη για αγάπη και φροντίδα"
συνώνυμο:
  • στοιχειώδης,
  • στοιχειακός,
  • πρωτογενής