Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Electromagnetic

/ɪlɛktroʊmægnɛtɪk/

adjective

1. Pertaining to or exhibiting magnetism produced by electric charge in motion

  • "Electromagnetic energy"
    synonym:
  • electromagnetic

1. Σχετικά με ή εκθέτοντας μαγνητισμό που παράγεται με ηλεκτρικό φορτίο σε κίνηση

  • "Ηλεκτρομαγνητική ενέργεια"
συνώνυμο:
  • ηλεκτρομαγνητικός

Examples of using

An infrared ray is electromagnetic radiation.
Μια υπέρυθρη ακτίνα είναι ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία.