Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Electrical

/ɪlɛktrɪkəl/

adjective

1. Relating to or concerned with electricity

  • "An electrical engineer"
  • "Electrical and mechanical engineering industries"
    synonym:
  • electrical

1. Σχετικά με ή ενδιαφερόμενα με την ηλεκτρική ενέργεια

  • "Ηλεκτρολόγος μηχανικός"
  • "Ηλεκτρικές και μηχανολογικές βιομηχανίες μηχανικής"
συνώνυμο:
  • ηλεκτρικός

2. Using or providing or producing or transmitting or operated by electricity

  • "Electric current"
  • "Electric wiring"
  • "Electrical appliances"
  • "An electrical storm"
    synonym:
  • electric
  • ,
  • electrical

2. Χρησιμοποίηση ή παροχή ή παραγωγή ή μετάδοση ή λειτουργία με ηλεκτρική ενέργεια

  • "Ηλεκτρικό ρεύμα"
  • "Ηλεκτρική καλωδίωση"
  • "Ηλεκτρικές συσκευές"
  • "Ηλεκτρική καταιγίδα"
συνώνυμο:
  • ηλεκτρικός,
  • ηλεκτρικός

Examples of using

Is the electrical equipment grounded?
Είναι γειωμένος ο ηλεκτρικός εξοπλισμός?
We need an electrical engineer for this job.
Χρειαζόμαστε έναν ηλεκτρολόγο για αυτή τη δουλειά.
In her job, she designs electrical circuits.
Στη δουλειά της σχεδιάζει ηλεκτρικά κυκλώματα.