Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "electric" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "ηλεκτρικό" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Electric

[Ηλεκτρικός]
/ɪlɛktrɪk/

noun

1. A car that is powered by electricity

    synonym:
  • electric
  • ,
  • electric automobile
  • ,
  • electric car

1. Ένα αυτοκίνητο που τροφοδοτείται από ηλεκτρικό ρεύμα

συνώνυμο:
  • ηλεκτρικός,
  • ηλεκτρικό αυτοκίνητο,
  • ηλεκτρικό αυτοκίνητο

adjective

1. Using or providing or producing or transmitting or operated by electricity

  • "Electric current"
  • "Electric wiring"
  • "Electrical appliances"
  • "An electrical storm"
    synonym:
  • electric
  • ,
  • electrical

1. Χρησιμοποίηση ή παροχή ή παραγωγή ή μετάδοση ή λειτουργία με ηλεκτρική ενέργεια

  • "Ηλεκτρικό ρεύμα"
  • "Ηλεκτρική καλωδίωση"
  • "Ηλεκτρικές συσκευές"
  • "Ηλεκτρική καταιγίδα"
συνώνυμο:
  • ηλεκτρικός,
  • ηλεκτρικός

2. (of a situation) exceptionally tense

  • "An atmosphere electric with suspicion"
    synonym:
  • electric

2. ( μιας κατάστασηςεξαιρετικά τεταμένη

  • "Μια ατμόσφαιρα ηλεκτρική με υποψία"
συνώνυμο:
  • ηλεκτρικός

3. Affected by emotion as if by electricity

  • Thrilling
  • "Gave an electric reading of the play"
  • "The new leader had a galvanic effect on morale"
    synonym:
  • electric
  • ,
  • galvanic
  • ,
  • galvanizing
  • ,
  • galvanising

3. Επηρεάζεται από το συναίσθημα σαν να επηρεάζεται από τον ηλεκτρισμό

  • Συναρπαστικός
  • "Έδωσε μια ηλεκτρική ανάγνωση του παιχνιδιού"
  • "Ο νέος ηγέτης είχε γαλβανική επίδραση στο ηθικό"
συνώνυμο:
  • ηλεκτρικός,
  • γαλβανικός,
  • γαλβανισμός,
  • γαλβανισμός

Examples of using

I don't think Tom would like it very much if I used his electric beard trimmer without his permission.
Δεν νομίζω ότι ο Τομ θα ήθελε πάρα πολύ αν χρησιμοποιούσα το ηλεκτρικό του χωρίς την άδειά του.
I forgot to pay the electric bill.
Ξέχασα να πληρώσω τον ηλεκτρικό λογαριασμό.
I bought an electric car.
Αγόρασα ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο.