Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Economy

/ɪkɑnəmi/

noun

1. The system of production and distribution and consumption

    synonym:
  • economy
  • ,
  • economic system

1. Το σύστημα παραγωγής και διανομής και κατανάλωσης

συνώνυμο:
  • οικονομία,
  • οικονομικό σύστημα

2. The efficient use of resources

  • "Economy of effort"
    synonym:
  • economy

2. Αποτελεσματική χρήση των πόρων

  • "Οικονομία της προσπάθειας"
συνώνυμο:
  • οικονομία

3. Frugality in the expenditure of money or resources

  • "The scots are famous for their economy"
    synonym:
  • economy
  • ,
  • thriftiness

3. Λιτότητα στις δαπάνες χρημάτων ή πόρων

  • "Οι σκωτσέζοι είναι διάσημοι για την οικονομία τους"
συνώνυμο:
  • οικονομία,
  • λιτότητα

4. An act of economizing

  • Reduction in cost
  • "It was a small economy to walk to work every day"
  • "There was a saving of 50 cents"
    synonym:
  • economy
  • ,
  • saving

4. Μια πράξη εξοικονόμησης

  • Μείωση κόστους
  • "Ήταν μια μικρή οικονομία που περπατούσε στη δουλειά κάθε μέρα"
  • "Υπήρξε εξοικονόμηση 50 σεντς"
συνώνυμο:
  • οικονομία,
  • αποθήκευση

Examples of using

The stability of Chinese economy is substantially overestimated.
Η σταθερότητα της κινεζικής οικονομίας υπερεκτιμάται σημαντικά.
Money is everybody's problem in a Market Capitalistic economy.
Το χρήμα είναι το πρόβλημα όλων σε μια καπιταλιστική οικονομία της Αγοράς.
America has the world’s largest economy, and its army is the most powerful.
Η Αμερική έχει τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και ο στρατός της είναι ο πιο ισχυρός.