Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Eastward

/istwərd/

noun

1. The cardinal compass point that is at 90 degrees

    synonym:
  • east
  • ,
  • due east
  • ,
  • eastward
  • ,
  • E

1. Το καρδινάλιο σημείο πυξίδας που είναι στους 90 βαθμούς

συνώνυμο:
  • ανατολικά,
  • ανατολικά,
  • ανατολικά,
  • Ε

adjective

1. Moving toward the east

  • "Eastbound trains"
    synonym:
  • eastbound
  • ,
  • eastward

1. Προχωρώντας προς τα ανατολικά

  • "Ανατολικά τρένα"
συνώνυμο:
  • ανατολικά,
  • ανατολικά

adverb

1. Toward the east

  • "They migrated eastward to sweden"
    synonym:
  • eastward
  • ,
  • eastwards

1. Προς τα ανατολικά

  • "Μετανάστευσαν ανατολικά στη σουηδία"
συνώνυμο:
  • ανατολικά,
  • ανατολικά