Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Eagerness

/igərnəs/

noun

1. A positive feeling of wanting to push ahead with something

    synonym:
  • eagerness
  • ,
  • avidity
  • ,
  • avidness
  • ,
  • keenness

1. Ένα θετικό συναίσθημα του να θέλεις να προχωρήσεις μπροστά με κάτι

συνώνυμο:
  • προθυμία,
  • ανησυχία,
  • απληστία,
  • ευφυία

2. Prompt willingness

  • "Readiness to continue discussions"
  • "They showed no eagerness to spread the gospel"
  • "They disliked his zeal in demonstrating his superiority"
  • "He tried to explain his forwardness in battle"
    synonym:
  • readiness
  • ,
  • eagerness
  • ,
  • zeal
  • ,
  • forwardness

2. Άμεση προθυμία

  • "Ευθύνη για συνέχιση των συζητήσεων"
  • "Δεν έδειξαν καμία προθυμία να διαδώσουν το ευαγγέλιο"
  • "Δεν του άρεσε ο ζήλος του να επιδείξει την υπεροχή του"
  • "Προσπάθησε να εξηγήσει την πορεία του στη μάχη"
συνώνυμο:
  • ετοιμότητα,
  • προθυμία,
  • ζήλος,
  • προθυμία