Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Dysfunction

/dɪsfəŋkʃən/

noun

1. (medicine) any disturbance in the functioning of an organ or body part or a disturbance in the functioning of a social group

  • "Erectile dysfunction"
  • "Sexual relationship dysfunction"
    synonym:
  • dysfunction
  • ,
  • disfunction

1. (φάρμακο) οποιαδήποτε διαταραχή στη λειτουργία ενός οργάνου ή μέρους του σώματος ή διαταραχή στη λειτουργία μιας κοινωνικής ομάδας

  • "Στεγαστική δυσλειτουργία"
  • "Δυσλειτουργία σεξουαλικής σχέσης"
συνώνυμο:
  • δυσλειτουργία,
  • δυσλειτουργία

Examples of using

Is the source of the erectile dysfunction of my husband the fact that he started drinking?
Είναι η πηγή της στυτικής δυσλειτουργίας του συζύγου μου το γεγονός ότι άρχισε να πίνει?