Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Dynamite

/daɪnəmaɪt/

noun

1. An explosive containing nitrate sensitized with nitroglycerin absorbed on wood pulp

    synonym:
  • dynamite

1. Ένα εκρηκτικό που περιέχει νιτρικά άλατα ευαισθητοποιημένα με νιτρογλυκερίνη που απορροφάται από ξυλοπολτό

συνώνυμο:
  • δυναμίτησ

verb

1. Blow up with dynamite

  • "The rock was dynamited"
    synonym:
  • dynamite

1. Ανατινάξτε με δυναμίτη

  • "Ο βράχος ήταν δυναμωμένος"
συνώνυμο:
  • δυναμίτησ