Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "dwelling" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "κατοικία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Dwelling

[Κατοικία]
/dwɛlɪŋ/

noun

1. Housing that someone is living in

  • "He built a modest dwelling near the pond"
  • "They raise money to provide homes for the homeless"
    synonym:
  • dwelling
  • ,
  • home
  • ,
  • domicile
  • ,
  • abode
  • ,
  • habitation
  • ,
  • dwelling house

1. Στέγαση στην οποία ζει κάποιος

  • "Έχτισε μια μέτρια κατοικία κοντά στη λίμνη"
  • "Συγκεντρώνουν χρήματα για να παρέχουν σπίτια στους άστεγους"
συνώνυμο:
  • κατοικία,
  • σπίτι,
  • κατοικία,
  • κατοικία,
  • κατοίκηση,
  • κατοικία