Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Duet

/duɛt/

noun

1. Two items of the same kind

    synonym:
  • couple
  • ,
  • pair
  • ,
  • twosome
  • ,
  • twain
  • ,
  • brace
  • ,
  • span
  • ,
  • yoke
  • ,
  • couplet
  • ,
  • distich
  • ,
  • duo
  • ,
  • duet
  • ,
  • dyad
  • ,
  • duad

1. Δύο αντικείμενα του ίδιου είδους

συνώνυμο:
  • ζευγάρι,
  • ζευγάρι,
  • τουλάχιστον,
  • τουίν,
  • στήριγμα,
  • έκταση,
  • ζυγός,
  • ζευγάρι,
  • απόσταγμα,
  • ντουέτο,
  • ντουέτο,
  • δυάδα,
  • ντουάντ

2. Two performers or singers who perform together

    synonym:
  • duet
  • ,
  • duette
  • ,
  • duo

2. Δύο ερμηνευτές ή τραγουδιστές που ερμηνεύουν μαζί

συνώνυμο:
  • ντουέτο,
  • ντουέτα,
  • ντουέτο

3. A pair who associate with one another

  • "The engaged couple"
  • "An inseparable twosome"
    synonym:
  • couple
  • ,
  • twosome
  • ,
  • duo
  • ,
  • duet

3. Ένα ζευγάρι που συνδέεται μεταξύ τους

  • "Το αφοσιωμένο ζευγάρι"
  • "Ένα αδιαχώριστο δυοπαθές"
συνώνυμο:
  • ζευγάρι,
  • τουλάχιστον,
  • ντουέτο,
  • ντουέτο

4. A musical composition for two performers

    synonym:
  • duet
  • ,
  • duette
  • ,
  • duo

4. Μια μουσική σύνθεση για δύο ερμηνευτές

συνώνυμο:
  • ντουέτο,
  • ντουέτα,
  • ντουέτο

5. (ballet) a dance for two people (usually a ballerina and a danseur noble)

    synonym:
  • pas de deux
  • ,
  • duet

5. (βαλετ) ένας χορός για δύο άτομα (συνήθως μια μπαλαρίνα και ένα δανιήλ ευγενή)

συνώνυμο:
  • πας ντε Παξ,
  • ντουέτο