Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Drew

/dru/

noun

1. United states actor (born in ireland)

  • Father of georgiana emma barrymore (1827-1862)
    synonym:
  • Drew
  • ,
  • John Drew

1. Ηνωμένες πολιτείες ηθοποιός (γννητό στην ιρλανδία)

  • Πατέρας της γεωργιανής έμμα μπάριμορ (1827-1862)
συνώνυμο:
  • Ντρου,
  • Τζον Ντρου

Examples of using

Tom drew two squares on the blackboard.
Ο Τομ τράβηξε δύο τετράγωνα στον μαυροπίνακα.
They drew lots to see who would go first.
Ζωγράφισαν πολλά για να δουν ποιος θα πάει πρώτος.
Is this a picture that you yourself drew?
Είναι αυτή μια εικόνα που εσείς οι ίδιοι σχεδιάσατε?