Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Downstream

/daʊnstrim/

adjective

1. In the direction of a stream's current

    synonym:
  • downstream

1. Προς την κατεύθυνση του ρεύματος ενός ρεύματος

συνώνυμο:
  • προς τα κάτω

adverb

1. Away from the source or with the current

    synonym:
  • downriver
  • ,
  • downstream

1. Μακριά από την πηγή ή με το ρεύμα

συνώνυμο:
  • κατεβαίνων,
  • προς τα κάτω