Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "doubting" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "αμφιβολία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Doubting

[Αμφιβολία]
/daʊtɪŋ/

adjective

1. Marked by or given to doubt

  • "A skeptical attitude"
  • "A skeptical listener"
    synonym:
  • doubting
  • ,
  • questioning
  • ,
  • skeptical
  • ,
  • sceptical

1. Σημαδεμένο ή αμφιβολία

  • "Σκεπτικιστική στάση"
  • "Σκεπτικιστής ακροατής"
    συνώνυμο:
  • αμφιβολία
  • ,
  • ανάκριση
  • ,
  • σκεπτικιστικόσ