Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Domineering

/dɑmənɪrɪŋ/

adjective

1. Tending to domineer

    synonym:
  • domineering

1. Τείνοντας να κυριαρχήσει

συνώνυμο:
  • αυταρχική