Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Domination

/dɑməneʃən/

noun

1. Social control by dominating

    synonym:
  • domination

1. Κοινωνικός έλεγχος κυριαρχώντας

συνώνυμο:
  • κυριαρχία

2. Power to dominate or defeat

  • "Mastery of the seas"
    synonym:
  • domination
  • ,
  • mastery
  • ,
  • supremacy

2. Δύναμη να κυριαρχήσει ή να νικήσει

  • "Κυριαρχία των θαλασσών"
συνώνυμο:
  • κυριαρχία,
  • μαεστρία,
  • υπεροχή