Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Disparagingly

/dɪspɛrɪʤɪŋli/

adverb

1. In a disparaging manner

  • "These mythological figures are described disparagingly as belonging `only to a story'"
    synonym:
  • disparagingly
  • ,
  • slightingly

1. Με υποτιμητικό τρόπο

  • "Αυτές οι μυθολογικές μορφές περιγράφονται υποτιμητικά ως ανήκουσες μόνο σε μια ιστορία'"
συνώνυμο:
  • υποτιμητικά,
  • ελαφρά