Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Discovery

/dɪskəvəri/

noun

1. The act of discovering something

    synonym:
  • discovery
  • ,
  • find
  • ,
  • uncovering

1. Η πράξη της ανακάλυψης κάτι

συνώνυμο:
  • ανακάλυψη,
  • βρίσκω,
  • αποκάλυψη

2. Something that is discovered

    synonym:
  • discovery

2. Κάτι που ανακαλύπτεται

συνώνυμο:
  • ανακάλυψη

3. A productive insight

    synonym:
  • discovery
  • ,
  • breakthrough
  • ,
  • find

3. Μια παραγωγική διορατικότητα

συνώνυμο:
  • ανακάλυψη,
  • ανακάλυψη,
  • βρίσκω

4. (law) compulsory pretrial disclosure of documents relevant to a case

  • Enables one side in a litigation to elicit information from the other side concerning the facts in the case
    synonym:
  • discovery

4. (-) υποχρεωτική προφορική γνωστοποίηση εγγράφων σχετικών με μια υπόθεση

  • Επιτρέπει στη μία πλευρά της διαφοράς να αποσπά πληροφορίες από την άλλη πλευρά σχετικά με τα γεγονότα στην υπόθεση
συνώνυμο:
  • ανακάλυψη

Examples of using

Tom made an important discovery.
Ο Τομ έκανε μια σημαντική ανακάλυψη.
He became world-famous for his discovery.
Έγινε παγκοσμίως γνωστός για την ανακάλυψή του.
He became world-famous for his discovery.
Έγινε παγκοσμίως γνωστός για την ανακάλυψή του.