Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Discontent

/dɪskəntɛnt/

noun

1. A longing for something better than the present situation

    synonym:
  • discontentment
  • ,
  • discontent
  • ,
  • discontentedness

1. Λαχτάρα για κάτι καλύτερο από την παρούσα κατάσταση

συνώνυμο:
  • δυσαρέσκεια,
  • δυσαρέσκεια,
  • δυσαρέσκεια

verb

1. Make dissatisfied

    synonym:
  • discontent

1. Δυσαρεστώ

συνώνυμο:
  • δυσαρέσκεια

adjective

1. Showing or experiencing dissatisfaction or restless longing

  • "Saw many discontent faces in the room"
  • "Was discontented with his position"
    synonym:
  • discontented
  • ,
  • discontent

1. Εμφάνιση ή αντιμετώπιση δυσαρέσκειας ή ανήσυχης λαχτάρας

  • "Είδα πολλά πρόσωπα δυσαρέσκειας στο δωμάτιο"
  • "Δυσαρεστήθηκε με τη θέση του"
συνώνυμο:
  • δυσαρεστημένος,
  • δυσαρέσκεια