Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Directory

/dərɛktəri/

noun

1. An alphabetical list of names and addresses

    synonym:
  • directory

1. Αλφαβητική λίστα με ονόματα και διευθύνσεις

συνώνυμο:
  • κατάλογος

2. (computer science) a listing of the files stored in memory (usually on a hard disk)

    synonym:
  • directory

2. (επιστήμη υπολογιστών) μια λίστα των αρχείων που αποθηκεύονται στη μνήμη (συνήθως σε ένα σκληρό δίσκο)

συνώνυμο:
  • κατάλογος

Examples of using

You can find her phone number in the directory.
Μπορείτε να βρείτε τον αριθμό τηλεφώνου της στον κατάλογο.