Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Directness

/dərɛktnəs/

noun

1. Trueness of course toward a goal

  • "Rivaling a hawk in directness of aim"
    synonym:
  • directness
  • ,
  • straightness

1. Αλήθεια φυσικά προς ένα στόχο

  • "Αποφεύγοντας ένα γεράκι στην αμεσότητα του στόχου"
συνώνυμο:
  • αμεσότητα,
  • ευθύτητα

2. The quality of being honest and straightforward in attitude and speech

    synonym:
  • candor
  • ,
  • candour
  • ,
  • candidness
  • ,
  • frankness
  • ,
  • directness
  • ,
  • forthrightness

2. Η ποιότητα του να είσαι ειλικρινής και απλός στη στάση και την ομιλία

συνώνυμο:
  • ευφυολόγητοσ,
  • καλή τιμή,
  • ειλικρίνεια,
  • ειλικρίνεια,
  • αμεσότητα,
  • ειλικρίνεια