Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Dipped

/dɪpt/

adjective

1. Having abnormal sagging of the spine (especially in horses)

    synonym:
  • dipped
  • ,
  • lordotic
  • ,
  • swayback
  • ,
  • swaybacked

1. Έχοντας ανώμαλη χαλάρωση της σπονδυλικής στήλης (ειδικά σε άλογα)

συνώνυμο:
  • βουτηγμένο,
  • λόρδωση,
  • επιστρέφω,
  • επαναπατριζόμενο