Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Diagonally

/daɪægənəli/

adverb

1. In a diagonal manner

  • "She lives diagonally across the street from us"
    synonym:
  • diagonally

1. Με διαγώνιο τρόπο

  • "Ζει διαγώνια απέναντί μας"
συνώνυμο:
  • διαγώνια