Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Devastation

/dɛvəsteʃən/

noun

1. The state of being decayed or destroyed

    synonym:
  • devastation
  • ,
  • desolation

1. Η κατάσταση της αποσύνθεσης ή της καταστροφής

συνώνυμο:
  • καταστροφή,
  • ερήμωση

2. The feeling of being confounded or overwhelmed

  • "Her departure left him in utter devastation"
    synonym:
  • devastation

2. Το αίσθημα του να είσαι συγκλονισμένος ή συγκλονισμένος

  • "Η αναχώρησή της τον άφησε σε απόλυτη καταστροφή"
συνώνυμο:
  • καταστροφή

3. An event that results in total destruction

    synonym:
  • devastation
  • ,
  • desolation

3. Ένα γεγονός που οδηγεί σε πλήρη καταστροφή

συνώνυμο:
  • καταστροφή,
  • ερήμωση

4. Plundering with excessive damage and destruction

    synonym:
  • ravaging
  • ,
  • devastation

4. Λεηλασία με υπερβολικές ζημιές και καταστροφές

συνώνυμο:
  • καταστροφή,
  • καταστροφή

5. The termination of something by causing so much damage to it that it cannot be repaired or no longer exists

    synonym:
  • destruction
  • ,
  • devastation

5. Ο τερματισμός κάποιου πράγματος προκαλώντας τόσο μεγάλη ζημιά σε αυτό που δεν μπορεί να επισκευαστεί ή δεν υπάρχει πλέον

συνώνυμο:
  • καταστροφή,
  • καταστροφή

Examples of using

The ideologist of nuclear devastation Bertran Rassel promises to refute (once again) materialsm with his newest ideas about the language structure.
Ο ιδεολόγος της πυρηνικής καταστροφής Μπέρτραν Ράσελ υπόσχεται να αντικρούσει ξανά ( υλικό με τις νεότερες ιδέες του για τη γλωσσική δομή.