Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Destructive

/dɪstrəktɪv/

adjective

1. Causing destruction or much damage

  • "A policy that is destructive to the economy"
  • "Destructive criticism"
    synonym:
  • destructive

1. Προκαλώντας καταστροφή ή μεγάλη ζημιά

  • "Μια πολιτική που είναι καταστροφική για την οικονομία"
  • "Καταστροφική κριτική"
συνώνυμο:
  • καταστροφικός

Examples of using

Uncontrolled, these forces may be dangerous and destructive, but once mastered they can be bent to man's will and desire.
Ανεξέλεγκτες, αυτές οι δυνάμεις μπορεί να είναι επικίνδυνες και καταστροφικές, αλλά μόλις κατακτηθούν μπορούν να καμφθούν στο θέλημα.