Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "designer" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "σχεδιαστής" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Designer

[Σχεδιαστής]
/dɪzaɪnər/

noun

1. A person who specializes in designing architectural interiors and their furnishings

    synonym:
  • interior designer
  • ,
  • designer
  • ,
  • interior decorator
  • ,
  • house decorator
  • ,
  • room decorator
  • ,
  • decorator

1. Ένα άτομο που ειδικεύεται στο σχεδιασμό αρχιτεκτονικών εσωτερικών χώρων και την επίπλωσή τους

συνώνυμο:
  • εσωτερικός σχεδιαστής,
  • σχεδιαστής,
  • εσωτερικός διακοσμητής,
  • διακοσμητής σπιτιού,
  • διακοσμητής δωματίου,
  • διακοσμητήσ

2. Someone who creates plans to be used in making something (such as buildings)

    synonym:
  • architect
  • ,
  • designer

2. Κάποιος που δημιουργεί σχέδια για να χρησιμοποιηθεί για να κάνει κάτι (όπως κτίρια)

συνώνυμο:
  • αρχιτέκτονας,
  • σχεδιαστής

3. Someone who specializes in graphic design

    synonym:
  • graphic designer
  • ,
  • designer

3. Κάποιος που ειδικεύεται στο γραφιστικό σχεδιασμό

συνώνυμο:
  • γραφίστας,
  • σχεδιαστής

4. A person who devises plots or intrigues

  • "He is believed to be the principal designer of the terrorist bombing attack"
    synonym:
  • designer
  • ,
  • intriguer

4. Ένα άτομο που επινοεί οικόπεδα ή ίντριγκες

  • "Πιστεύεται ότι είναι ο κύριος σχεδιαστής της τρομοκρατικής επίθεσης"
συνώνυμο:
  • σχεδιαστής,
  • περιπλέκων

5. Someone who designs clothing

    synonym:
  • couturier
  • ,
  • fashion designer
  • ,
  • clothes designer
  • ,
  • designer

5. Κάποιος που σχεδιάζει ρούχα

συνώνυμο:
  • επιπόλαιοσ,
  • σχεδιαστής μόδας,
  • σχεδιαστής ρούχων,
  • σχεδιαστής

Examples of using

Tom is a designer.
Ο Τομ είναι σχεδιαστής.
She wants to be a designer.
Θέλει να γίνει σχεδιάστρια.