Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Deserving

/dɪzərvɪŋ/

adjective

1. Worthy of being treated in a particular way

  • "An idea worth considering"
  • "The deserving poor" (often used ironically)
    synonym:
  • deserving
  • ,
  • worth(p)

1. Αξίζει να αντιμετωπίζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο

  • "Μια ιδέα που αξίζει να εξεταστεί"
  • "Οι άξιοι φτωχοί" (συχνά χρησιμοποιούσαν ειρωνικά)
συνώνυμο:
  • αξίζει,
  • αξίζ()<TAG1>