Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Deserve

/dɪzərv/

verb

1. Be worthy or deserving

  • "You deserve a promotion after all the hard work you have done"
    synonym:
  • deserve
  • ,
  • merit

1. Να είστε άξιοι ή άξιοι

  • "Αξίζετε μια προαγωγή μετά από όλη τη σκληρή δουλειά που έχετε κάνει"
συνώνυμο:
  • αξίζει,
  • αξία

Examples of using

We deserve to have some fun.
Αξίζει να διασκεδάσουμε.
We deserve this opportunity, Tom.
Αξίζουμε αυτή την ευκαιρία, Τομ.
The saddest thing in life is that you have to commit good actions to prove that you deserve respect, but it's enough to make one little mistake to prove that you're good-for-nothing.
Το πιο θλιβερό πράγμα στη ζωή είναι ότι πρέπει να κάνεις καλές πράξεις για να αποδείξεις ότι αξίζεις σεβασμό, αλλά αρκεί να κάνεις λάθος.