Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Deputy

/dɛpjəti/

noun

1. Someone authorized to exercise the powers of sheriff in emergencies

    synonym:
  • deputy
  • ,
  • deputy sheriff

1. Κάποιος εξουσιοδοτήθηκε να ασκήσει τις εξουσίες του σερίφη σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

συνώνυμο:
  • αναπληρωτής,
  • αναπληρωτής σερίφης

2. An assistant with power to act when his superior is absent

    synonym:
  • deputy
  • ,
  • lieutenant

2. Ένας βοηθός με δύναμη να ενεργεί όταν ο ανώτερός του απουσιάζει

συνώνυμο:
  • αναπληρωτής,
  • υπολοχαγός

3. A member of the lower chamber of a legislative assembly (such as in france)

    synonym:
  • deputy

3. Μέλος του κατώτερου θαλάμου μιας νομοθετικής συνέλευσης (όπως στη γαλλία)

συνώνυμο:
  • αναπληρωτής

4. A person appointed to represent or act on behalf of others

    synonym:
  • deputy
  • ,
  • surrogate

4. Ένα πρόσωπο που έχει οριστεί να εκπροσωπεί ή να ενεργεί για λογαριασμό άλλων

συνώνυμο:
  • αναπληρωτής,
  • παρένθετοσ

Examples of using

He will be my deputy while I am away.
Θα είναι αναπληρωτής μου ενώ είμαι μακριά.
He will be my deputy while I am away.
Θα είναι αναπληρωτής μου ενώ είμαι μακριά.