Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "dependency" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "εξάρτηση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Dependency

[Εξάρτηση]
/dɪpɛndənsi/

noun

1. The state of relying on or being controlled by someone or something else

    synonym:
  • dependence
  • ,
  • dependance
  • ,
  • dependency

1. Η κατάσταση του να βασίζεσαι ή να ελέγχεσαι από κάποιον ή κάτι άλλο

συνώνυμο:
  • εξάρτηση,
  • εξάρτηση,
  • εξάρτηση

2. Being abnormally tolerant to and dependent on something that is psychologically or physically habit-forming (especially alcohol or narcotic drugs)

    synonym:
  • addiction
  • ,
  • dependence
  • ,
  • dependance
  • ,
  • dependency
  • ,
  • habituation

2. Είναι ασυνήθιστα ανεκτικό και εξαρτάται από κάτι που είναι ψυχολογικά ή σωματικά συνηθισμένο (ειδικά αλκοόλ ή ναρκωτικά φάρμακα)

συνώνυμο:
  • εθισμός,
  • εξάρτηση,
  • εξάρτηση,
  • εξάρτηση,
  • εξοικείωση

3. A geographical area politically controlled by a distant country

    synonym:
  • colony
  • ,
  • dependency

3. Μια γεωγραφική περιοχή που ελέγχεται πολιτικά από μια μακρινή χώρα

συνώνυμο:
  • αποικία,
  • εξάρτηση