Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Departmental

/dɪpɑrtmɛnəl/

adjective

1. Of or relating to a department

  • "Departmental policy"
    synonym:
  • departmental

1. Από ή σχετικά με ένα τμήμα

  • "Τμηματική πολιτική"
συνώνυμο:
  • τμηματικόσ