Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "demonize" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "δαιμονοποίηση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Demonize

[Δαιμονοποιώ]
/dimənaɪz/

verb

1. Make into a demon

  • "Power had demonized him"
    synonym:
  • demonize
  • ,
  • demonise

1. Μετατρέψτε σε δαίμονα

  • "Ο πόρος τον είχε δαιμονοποιήσει"
    συνώνυμο:
  • δαιμονοποιώ