Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Dementia

/dɪmɛnʃiə/

noun

1. Mental deterioration of organic or functional origin

    synonym:
  • dementia
  • ,
  • dementedness

1. Ψυχική επιδείνωση οργανικής ή λειτουργικής προέλευσης

συνώνυμο:
  • άνοια,
  • απαξίωση