Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Deliciously

/dɪlɪʃəʃli/

adverb

1. In a very pleasurable manner

  • "They were walking along the beach slowly and deliciously"
    synonym:
  • deliciously
  • ,
  • pleasurably

1. Με πολύ ευχάριστο τρόπο

  • "Περπατούσαν κατά μήκος της παραλίας αργά και νόστιμα"
συνώνυμο:
  • νόστιμα,
  • ευχάριστα

2. So as to produce a delightful taste

  • "I bought some more of these deliciously sweet peaches"
    synonym:
  • lusciously
  • ,
  • deliciously
  • ,
  • scrumptiously

2. Για να παράγει μια απολαυστική γεύση

  • "Αγόρασα μερικά από αυτά τα υπέροχα γλυκά ροδάκινα"
συνώνυμο:
  • ευγενικά,
  • νόστιμα,
  • απερίσκεπτα