Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Deletion

/dɪliʃən/

noun

1. Any process whereby sounds or words are left out of spoken words or phrases

    synonym:
  • omission
  • ,
  • deletion

1. Οποιαδήποτε διαδικασία με την οποία οι ήχοι ή οι λέξεις μένουν από τις προφορικές λέξεις ή φράσεις

συνώνυμο:
  • παράλειψη,
  • διαγραφή

2. (genetics) the loss or absence of one or more nucleotides from a chromosome

    synonym:
  • deletion

2. (γενετική) η απώλεια ή η απουσία ενός ή περισσοτέρων νουκλεοτιδίων από ένα χρωμόσωμα

συνώνυμο:
  • διαγραφή

3. The omission that is made when an editorial change shortens a written passage

  • "An editor's deletions frequently upset young authors"
  • "Both parties agreed on the excision of the proposed clause"
    synonym:
  • deletion
  • ,
  • excision
  • ,
  • cut

3. Η παράλειψη που γίνεται όταν μια συντακτική αλλαγή μειώνει ένα γραπτό απόσπασμα

  • "Οι διαγραφές ενός συντάκτη συχνά αναστατώνουν τους νέους συγγραφείς"
  • "Και τα δύο μέρη συμφώνησαν για την εκτομή της προτεινόμενης ρήτρας"
συνώνυμο:
  • διαγραφή,
  • εκτομή,
  • κόβω

4. The act of deleting something written or printed

    synonym:
  • deletion

4. Η πράξη της διαγραφής κάτι γραπτό ή εκτυπωμένο

συνώνυμο:
  • διαγραφή