Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Degradation

/dɛgrədeʃən/

noun

1. Changing to a lower state (a less respected state)

    synonym:
  • degradation
  • ,
  • debasement

1. Αλλαγή σε κατώτερη κατάσταση (α λιγότερο σεβαστή πολιτεία)

συνώνυμο:
  • υποβάθμιση,
  • απομείωση

2. A low or downcast state

  • "Each confession brought her into an attitude of abasement"- h.l.menchken
    synonym:
  • abasement
  • ,
  • degradation
  • ,
  • abjection

2. Χαμηλή ή μειωμένη κατάσταση

  • "Κάθε εξομολόγηση την έφερε σε μια στάση υποτίμησης" - χ.λ. μέντσεν
συνώνυμο:
  • παραίτηση,
  • υποβάθμιση,
  • απόρριψη