Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "define" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "καθορίστε" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Define

[Καθορίζω]
/dɪfaɪn/

verb

1. Determine the essential quality of

    synonym:
  • specify
  • ,
  • define
  • ,
  • delineate
  • ,
  • delimit
  • ,
  • delimitate

1. Προσδιορίστε την ουσιαστική ποιότητα των

συνώνυμο:
  • καθορίζω,
  • ορίζω,
  • οριοθετώ,
  • οριοθετώ,
  • οριοθετώ

2. Give a definition for the meaning of a word

  • "Define `sadness'"
    synonym:
  • define

2. Δώστε έναν ορισμό για την έννοια μιας λέξης

  • "Αποφασιστείτε `αδυναμία'"
συνώνυμο:
  • ορίζω

3. Determine the nature of

  • "What defines a good wine?"
    synonym:
  • define

3. Προσδιορίστε τη φύση του

  • "Τι ορίζει ένα καλό κρασί?"
συνώνυμο:
  • ορίζω

4. Show the form or outline of

  • "The tree was clearly defined by the light"
  • "The camera could define the smallest object"
    synonym:
  • define
  • ,
  • delineate

4. Εμφάνιση της φόρμας ή της διάρθρωσης του

  • "Το δέντρο ορίζεται σαφώς από το φως"
  • "Η κάμερα θα μπορούσε να ορίσει το μικρότερο αντικείμενο"
συνώνυμο:
  • ορίζω,
  • οριοθετώ

5. Decide upon or fix definitely

  • "Fix the variables"
  • "Specify the parameters"
    synonym:
  • specify
  • ,
  • set
  • ,
  • determine
  • ,
  • define
  • ,
  • fix
  • ,
  • limit

5. Αποφασίστε ή διορθώστε σίγουρα

  • "Διορθώστε τις μεταβλητές"
  • "Προσδιορίστε τις παραμέτρους"
συνώνυμο:
  • καθορίζω,
  • σετ,
  • καθορίζω,
  • ορίζω,
  • διορθώνω,
  • όριο

Examples of using

If I had to define life in a word, it would be: Life is creation.
Αν έπρεπε να ορίσω τη ζωή με μια λέξη, θα ήταν: Η ζωή είναι δημιουργία.