Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Definable

/dɪfaɪnəbəl/

adjective

1. Capable of being defined, limited, or explained

  • "Definable terms"
  • "Definable rules"
    synonym:
  • definable

1. Ικανό να οριστεί, να περιοριστεί ή να εξηγηθεί

  • "Αποφασιστικοί όροι"
  • "Αποφασιστικοί κανόνες"
συνώνυμο:
  • προσδιορίσιμη