Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Defensive

/dɪfɛnsɪv/

noun

1. An attitude of defensiveness (especially in the phrase `on the defensive')

    synonym:
  • defensive
  • ,
  • defensive attitude

1. Μια στάση αμυντικότητας (ειδικά στη φράση `για το αμυντικό')

συνώνυμο:
  • αμυντικός,
  • αμυντική στάση

adjective

1. Intended or appropriate for defending against or deterring aggression or attack

  • "Defensive weapons"
  • "A defensive stance"
    synonym:
  • defensive

1. Προορίζεται ή είναι κατάλληλο για την υπεράσπιση ή την αποτροπή επιθετικότητας ή επίθεσης

  • "Αμυντικά όπλα"
  • "Αμυντική στάση"
συνώνυμο:
  • αμυντικός

2. Attempting to justify or defend in speech or writing

    synonym:
  • defensive
  • ,
  • justificative
  • ,
  • justificatory

2. Προσπάθεια να δικαιολογήσει ή να υπερασπιστεί στην ομιλία ή τη γραφή

συνώνυμο:
  • αμυντικός,
  • δικαιολογητικόσ,
  • δικαιολογητικόσ

Examples of using

Tom's defensive.
Ο Τομ είναι αμυντικός.