Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Decreasing

/dɪkrisɪŋ/

adjective

1. Becoming less or smaller

    synonym:
  • decreasing

1. Να γίνει λιγότερο ή μικρότερο

συνώνυμο:
  • μείωση

2. Music

    synonym:
  • decreasing

2. Μουσική

συνώνυμο:
  • μείωση

Examples of using

Japan's consumption of rice is decreasing.
Η κατανάλωση ρυζιού στην Ιαπωνία μειώνεται.
A recent survey shows that the number of smokers is decreasing.
Πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι ο αριθμός των καπνιστών μειώνεται.
The population of this city is decreasing every year.
Ο πληθυσμός της πόλης μειώνεται κάθε χρόνο.